Αλλεργία ή δυσανεξία στις τροφές;

Της Μαρίας Κουλούρη MD, PhD
Παιδιάτρου Παιδοαλλεργιολόγου
Συχνά ακούμε την έκφραση «είμαι αλλεργικός» ή « το παιδί είναι αλλεργικό στην Α τροφή». Πόσο όμως ακριβής είναι αυτή η πληροφορία και τι μπορεί να σημαίνει ;
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις στις τροφές ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και οι αλλεργίες. Γιατί όμως είναι σημαντικό να τις διαχωρίσουμε;
Αρχικά, γιατί μια αλλεργική αντίδραση σε τροφή μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας έως και 2 ώρες μετά την κατανάλωση της ένοχης τροφής. Ο μηχανισμός είναι ανοσολογικός και δίνει τη δυνατότητα ακόμη και σε ελάχιστες ποσότητες να προκαλέσουν ανεπιθύμητη αντίδραση. Στην περίπτωση αυτή, ο οργανισμός αντιδρά σε συγκεκριμένη πρωτεΐνη της τροφής και η αποφυγή είναι η βασική συμβουλή για την πρόληψη αναφυλακτικής αντίδρασης. Η κύρια πρωτεΐνη-ανοσοσφαιρίνη που σχετίζεται με την αιτιολογία της άμεσης τροφικής αλλεργίας, είναι η IgE. Μια εξαίρεση υπάρχει στον κανόνα αυτό, όπου ο οργανισμός αντιδρά στο σάκχαρο α- γαλακτόζη, που υπάρχει στο κρέας των θηλαστικών.
Τα συμπτώματα της αλλεργικής αντίδρασης περιλαμβάνουν κνίδωση, έντονο κνησμό στο στόμα και στο σώμα, φταρνίσματα, βήχα, δυσκολία στην αναπνοή, πόνο στην κοιλιά, έμετο ή διάρροια. Σε σοβαρές περιπτώσεις αναφυλαξίας, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει κυκλοφορική καταπληξία και διαταραχές από το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η διάγνωση των τροφικών αλλεργιών βασίζεται ιδιαίτερα στο ιστορικό και υποβοηθείται με εξετάσεις αίματος και δερματικές δοκιμασίες.
Η φυσική ιστορία των διαφόρων τροφικών αλλεργιών ανάλογα με την τροφή, μας δείχνει ότι οι αλλεργίες σε γάλα, αυγό και σιτηρά σταδιακά παρέρχονται μέχρι τα 5 έτη στο 50% των ασθενών. Αλλεργίες σε ψάρι και ξηρούς καρπούς δείχνουν περισσότερο ανθεκτικές.
Οι ασθενείς εξετάζονται σε τακτά διαστήματα για εκτίμηση της αλλεργίας τους. Εκεί όπου κρίνεται, γίνονται τροφικές προκλήσεις για επιβεβαίωση της επέλευσης ανοσολογικής ανοχής.
Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να γίνει ανοσοθεραπεία στην τροφή από τη βρεφική κιόλας ηλικία, με πολύ καλή πρόγνωση. Στην κατάκτηση της ανοσολογικής ανοχής πρώτιστα συμβάλλει η ανοσολογική ωρίμανση του κάθε ατόμου. Η επιστήμη ωστόσο προσφέρει βοήθεια με τη χρήση βιολογικών παραγόντων , εκεί που η ποιότητα ζωής του ασθενούς βλάπτεται σημαντικά, από την τροφική αλλεργία.
Η τροφική δυσανεξία, είναι μια κατάσταση που επηρεάζει κυρίως το πεπτικό και οφείλεται κυρίως σε υδατάνθρακες των τροφών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λακτόζη, σάκχαρο του γάλακτος. Τα συμπτώματα στην περίπτωση αυτή παρουσιάζονται ώρες ή και μέρες μετά την κατανάλωση της τροφής και δεν είναι επικίνδυνα για τη ζωή. Προσομοιάζουν με συμπτώματα ευερέθιστου εντέρου ( «φούσκωμα», αέρια, μαλακές κενώσεις).
Στη βρεφική ηλικία, με το ξεκίνημα των τροφών, μπορεί να παρατηρείται εξάνθημα γύρω από το στόμα, το οποίο υποχωρεί σε λίγα λεπτά, με ορισμένες τροφές (κυρίως φρούτα και λαχανικά). Αυτό το φαινόμενο είναι συχνότερο όταν συνυπάρχει ατοπικό δέρμα και πρόκειται για ερεθιστική δερματίτιδα, μη επικίνδυνη. Η συνύπαρξη ατοπικής δερματίτιδας, μπορεί να προδιαθέσει σε άμεση αλλεργία, από την επανειλημμένη επαφή της τροφικής πρωτεΐνης με ελαττωματικό δερματικό φραγμό.
Γι αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντική η περιποίηση του ατοπικού δέρματος με κατάλληλα ενυδατικά και καθαριστικά, ώστε να διατηρείται ο δερματικός φραγμός στην καλύτερη δυνατή κατάσταση
Επίσης, εκτός από τις αμέσου τύπου αλλεργίες που αναφέρθηκαν, στην τροφική αλλεργία συγκαταλέγονται και αντιδράσεις επιβραδυνόμενου τύπου, όπως η αλλεργική πρωκτοκολίτιδα της βρεφικής ηλικίας και το σύνδρομο εντεροκολίτιδας σε πρωτεΐνες τροφών (FPIES),οντότητες που εμπλέκουν κυρίως το πεπτικό και εμφανίζονται επιβραδυνόμενα, σε σχέση με την κατανάλωση τροφής. Ο ανοσολογικός μηχανισμός τους δεν εμπλέκει την ανοσοσφαιρίνη Ε, σαν κύρια πρωτεΐνη.
Eίναι λοιπόν ιδιαίτερα περίπλοκος ο διαχωρισμός ανεπιθύμητων αντιδράσεων στις τροφές, ειδικά από μη ειδικούς. Επειδή στην βρεφική και την παιδική ηλικία ιδιαίτερα, οι τροφές αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας και άμυνας για τον αναπτυσσόμενο οργανισμό, άσκοποι αποκλεισμοί μπορούν να αποβούν επιζήμιοι για την υγεία και την ανάπτυξη.
Επιπλέον, η πληροφορία που παρέχεται στο διαδίκτυο μπορεί να μπερδέψει, να βλάψει και να οδηγήσει σε λάθος τακτικές που θέτουν το παιδί σε κίνδυνο.
Γι αυτό, η ιατρική γνώμη πρέπει να αποτελεί το πρώτο βήμα για τη διερεύνηση των ανεπιθύμητων τροφικών αντιδράσεων. Οι διαιτολογικές, ψυχολογικές και άλλες προσεγγίσεις, όπου χρειάζονται, καλό είναι να εφαρμόζονται σύμφωνα με τη γνώμη του θεράποντος ιατρού.

